Αα
Ββ
Γγ
Δδ
Εε
Ζζ
Ηη
Θθ
Ιι
Κκ
Λλ
Μμ
Νν
Ξξ
Οο
Ππ
Ρρ
Σσ
Ττ
Υυ
Φφ
Χχ
Ψψ
Ωω
Ββ
No results found.

βρέχω

Μέρος του Λόγου: Ρήμα
rain

Όταν βρέχει, πέφτουν στογόνες νερού από τα σύννεφα.

Σήμερα βρέχει και η Τέλα δε μπορεί να βγει στον κήπο για να παίξει.

Τικ και Τέλα “Το τέρας”

wet

Όταν βρέχω κάτι, το βάζω μέσα σε νέρο ή ρίχνω πάνω του νερό.

καιρός